


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ξυλοκόπος που ζούσε με την γυναίκα του και τα τρία του κορίτσια σε μιά καλύβα στο δάσος.
Ένα πρωί καθώς έφευγε για τη δουλειά του λέει στη γυναίκα του:
"Στείλε μου το φαϊ μου το μεσημέρι με την πρώτη μας κόρη. Για να μη χάσει το δρόμο θα πάρω μαζί μου λίγο σιτάρι και θα το σκορπώ καθώς θα πηγαίνω"



Tα πουλιά όμως είχαν φάει το σιτάρι
και το κορίτσι δεν βρήκε το δρόμο. Περπατούσε, περπατούσε, όσο που έδυσε ο ήλιος. Σα νύχτωσε τα δέντρα σάλευαν στο σκοτάδι και η φωνή της κουκουβάγιας την έκανε να φοβάται. Τέλος είδε από μακρυά ένα φως που έλαμπε: ".Eκεί στο φώς χωρίς άλλο θα κάθονται άνθρωποι. Θα με κρατήσουν να περάσω την νύχτα.."
Πήγε προς το φως και σε λίγο βρέθηκε μπρος σε ένα σπίτι με φωτισμένα παράθυρα. Χτύπησε την πόρτα και αμέσως μια βραχνή φωνή ακούστηκε να λέει: "Όποιος είναι, πέρασε μέσα"






Το κορίτσι μπήκε και είδε έναν γέρο με άσπρα μαλλιά, που καθόταν κοντά σε ένα τραπέζι. Δίπλα στο τζάκι ήταν ένας κόρακας, μια όρνιθα και μια αγελάδα. Το κορίτσι είπε στο γέρο την ατυχία που του έτυχε και τον ρώτησε αν μπορούσε να περάσει εκεί τη νύχτα. Ο γέρος είπε τότε:
"Όμορφό μου κοκοράκι,
αγελάδα μου καλή,
κότα μου χαριτωμένη,
σας παρακαλώ πολύ,
τι να πω στο κοριτσάκι
Να καθίσει ή να πηγαίνει;"
"Ντουκς" έκαμαν τα ζώα που σήμαινε:
"Να μείνει! Είμαστε ευχαριστημένοι, που θα την έχουμε συντροφιά!"








Και ο γέρος απάντησε:
"Εδώ έχουμε απ' όλα. Πήγαινε στην κουζίνα και μαγείρεψέ μας σούπα".
Το κορίτσι βρήκε απ όλα στην κουζίνα και μαγείρεψε ένα καλό και νόστιμο φαγητό. Όμως δεν θυμήθηκε καθόλου τα ζώα. Έβαλε τραπέζι και κάθησε απέναντι στο γέρο να φάει.
Όταν απόφαγαν, το κορίτσι είπε:
"Είμαι κατακουρασμένη. Υπάρχει κάπου ένα κρεβάτι να κοιμηθώ;"
"Εφαγες καλά, καλά δίχως να μας θυμηθείς!
Τώρα βρες μονάχη, πού θα πας να κοιμηθείς"


Ο ξυλοκόπος πρωί πρωί σηκώθηκε να πάει πάλι στη δουλειά του.
"Σήμερα, είπε στη δεύτερη κόρη, θα μου φέρεις εσύ το φαγητό. Για να μη χαθείς όμως θα ρίξεις στο δρόμο φακή. Είναι πιο χοντρή απ' το σιτάρι και θα την δεις".
Το μεσημέρι το κορίτσι έφυγε με το φαϊ του πατέρα της, αλλά η φακή είχε εξαφανιστεί. Τα πουλάκια την έφαγαν και αυτή. Το καημένο το κορίτσι γύρισε εδώ κι εκεί ώσπου νύχτωσε κι έφτασε κι αυτή στο σπίτι του γέρου. Μπήκε μέσα και ρώτησε αν μπορεί να περάσει τη νύχτα εκεί. Ο ασπρογένης γέρος ρώτησε ξανά τα ζώα του κι όλα μαζί έδωσαν την ίδια απάντηση: "Ντουκς!"







Τα πράγματα έγιναν απαράλλαχτα, όπως και την άλλη φορά. Το κορίτσι ετοίμασε ένα καλό δείπνο, έφαγε και ήπιε με τον γέρο, αλλά τα ζώα τα καημένα δεν τα θυμήθηκε. Σε λίγο, σαν την αδερφή της, βυθιζόταν κι αυτή με το κρεβάτι της στην καταπακτή.
Το πρωί της άλλης μέρας ο ξυλοκόπος λέει στην γυναίκα του:
"Στείλε μου σήμερα το φαγητό μου με τη μικρή μας θυγατέρα, που είναι η πιο γνωστική απ' όλες. Αυτή δεν θα χάσει το δρόμο, σαν τις ξεμυαλισμένες τις αδερφές της".
"Θέλεις να χάσουμε και την τρίτη μας κόρη;"
"Μη φοβάσαι!, είπε τότε ο άντρας της. Για πιο ασφάλεια θα πάρω να ρίχνω στο δρόμο μπιζέλια που θα τα βλέπει.
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors
Τέλος

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $3.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $3.99+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!