



Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι, που από μικρό έχασε τη μητέρα του. Η νονά του κατοικούσε ολομόναχη στην άκρη του χωριού. Η κακομοίρα έβγαζε το ψωμί της με το βελόνι της, το αδράχτι της και τη ρόκα της. Μολαταύτα πήρε κοντά της το ορφανό κορίτσι, το έμαθε κι αυτό να δουλεύει και το ανέθρεψε καλά και φρόνιμα. Όταν το κοριτσάκι έγινε 15 χρονών κοπέλα, η νονά αρρώστησε, φώναξε το κορίτσι και του είπε:
" Αγαπημένη μου κόρη, νιώθω πως ήρθε το τέλος μου. Σου αφήνω το σπιτάκι αυτό, που θα σε φυλάει απ' τον αέρα. Θα κερδίζεις κι εσύ το ψωμί σου με τ' αδράχτι μου, τη ρόκα και το βελόνι μου"


Έβαλε κατόπι το χέρι πάνω στο κεφάλι τής κόρης, την ευλόγησε και είπε ακόμη:
"Να έχεις τον φόβο του Θεού στην καρδιά σου και δεν θ' αργήσεις να γίνεις ευτυχισμένη".
Μόλις είπε τα λόγια αυτά έκλεισε τα μάτια της. Όταν έγινε η κηδεία της, το κορίτσι πήγε κατόπι από το φέρετρο κι έκλαιγε με μαύρα δάκρυα.





Από τότε ζούσε μέσα στο σπίτι της νονάς του, έγνεθε, έκλωθε κι έραβε και η ευχή της νονάς του τα έφερνε όλα βολικά. Το μπαμπάκι που της είχε αφήσει η νονά της φαινόταν ατέλειωτο. Όσο κι αν έκλωθε έβρισκε κι άλλο στο σεντούκι κι οι αγοραστές δεν της έλειπαν ποτέ, κι έτσι όχι μόνο είχε ό τι της χρειαζόταν, αλλά μπορούσε να δίνει και στους φτωχούς


Στην εποχή αυτή ένα βασιλόπουλο πήγαινε κι ερχόταν στην χώρα εκείνη ζητώντας να βρει μια νέα να την πάρει γυναίκα του. Δεν μπορούσε να πάρει καμιά φτωχή, δεν ήθελε να πάρει καμιά πλούσια. Όταν πέρασε απ' το χωριό, όπου έμενε το κορίτσι αυτό, ρώτησε, όπως το συνήθιζε, ποια κοπέλα ήταν η πιο φτωχή και ποια η πιο πλούσια του χωριού.



Του ονομάτισαν πρώτα την πιο πλούσια, όσο για την φτωχή του είπαν ότι είναι αυτή που κατοικούσε στο σπιτάκι εκεί κάτω στην άκρη του χωριού.
Η πλούσια ήταν μπροστά στην πόρτα της στολισμένη με την καλύτερη φορεσιά και τα διαμαντικά της. Άμα είδε να περνά το βασιλόπουλο, έτρεξε να το χαιρετήσει. Το βασιλόπουλο την κοίταξε χωρίς να πει λέξη και συνέχισε το δρόμο του. Δεν είδε την φτωχή στο κατώφλι του σπιτιού της γιατί έμενε μέσα στο δωμάτιο και δούλευε.







Kοίταξε μέσα από το παράθυρο στο δωμάτιο. Η κόρη καθόταν μπροστά στο ροδάνι της και έκλωθε. Σήκωσε τα μάτια της και μόλις είδε πως το βασιλόπουλο την κοίταζε, κατακοκκίνισε και εξακολουθούσε να κλώθει χαμηλώνοντας τα μάτια της. Έκλωθε, έκλωθε, ώσπου το βασιλόπουλο έφυγε. Έτρεξε τότε στο παράθυρο, λέγοντας:
" Ουφ!! τι ζέστη κάνει εδώ μέσα! Και τα μάτια της παρακολούθησαν το βασιλόπουλο, ώσπου έπαψε πια να διακρίνει τ' άσπρα φτερά που είχε στο καπέλο του".
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $3.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $3.99+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!